Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

338 B.C.



Κεφάλαιο Πρώτο

Ο Ναός των Αμαζόνων

H όχθη του ποταμού δεν προσφερόταν πιά για περίπατο και συζητήσεις,
ούτε οι σκιές των δέντρων για δροσιά στη ζέστη του μεσημεριού που αργούσε,
αλλά τούτη την ώρα, ο Εριγών φάνταζε στα μάτια μου σαν ο μελλοντικός υγρός τάφος μας
- ο δικός μας Αχέροντας.

Οι γλυκιές μελωδίες απο το κελάιδισμα των πουλιών είχαν πάψει να ακούγονται εδώ και ώρα.
Είχαν δώσει τη θέση τους στις κραυγές πόνου των πληγωμένων συμπολεμιστών μας
τα σφυρίγματα από τα βέλη, και τις οδηγίες-διαταγές μιάς δυναμικής και σκληρής Αμαζόνας,
που σκοπό είχαν την εξόντωσή μας.
Καλυπτόμενοι πίσω απο τρείς μισογκρεμισμένους
τοίχους -πατώντας δοκάρια
και τις πέτρες του τέταρτου- προσπαθήσαμε να αναδιοργανωθούμε.
Ο αιφνιδιασμός τους ήταν σχεδόν τέλειος- απλά μας λυπήθηκαν οι θεοί.
Άν δεν ήταν αυτό το ερείπιο, θα ήμασταν όλοι νεκροί ή αιχμάλωτοι.

Το ζητούμενο τώρα, ήταν να φέρουμε ενισχύσεις- αν εφερναν πρώτα αυτές, θα χάναμε τη ζωή μας.
Τα άλογά μας, δεν απείχαν ούτε δύο πλέθρα απο εμάς,
αλλά την ώρα εκείνη η απόσταση αυτή φάνταζε τόσο μεγάλη,
όσο και το ταξίδι στις αβύσσους του κάτω κόσμου.

Μόλις ξεπρόβαλε κάτι απο το ερείπιό και "οχυρό" μας -μια περικεφαλαία, ένα χέρι, ένα τόξο-
δεχόμασταν βροχή απο βέλη από όλες τις πλευρές του Ναού.

Με πολλή προσοχή πλησίασα έναν πληγωμένο στρατιώτη, και είδα μισό βέλος να προεξέχει από τα πλευρά του.
Έσφιγγε τα δόντια του για να μή φωνάξει απο τον πόνο,
αλλά δυό άλλοι κοντά του δεν μπορούσαν να συγκρατηθούν.
[^]
Κραύγαζαν απο τον πόνο ή έκλαιγαν με λυγμούς,
αναθεματίζοντας τον εαυτό τους και την κακή τους τύχη,
γιατί ήταν ανήμποροι να πολεμήσουν τούτη την κρίσιμη ώρα,
που
διέκριναν στα πρόσωπά μας την αγωνία για την επιβίωσή μας
λόγω του εγκλωβισμού της ομάδας στα ερείπια αυτής της παλιάς πέτρινης αποθήκης.

[^][περιγραφή του ναού από την οπτική μας γωνία]

Η ύπαρξη αυτού του παράξενου και εντυπωσιακού Ναού, ο αιφνιδιασμός μας,
η ακρίβεια των βολών, και η καθαρή αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων μας,
επέτειναν τη σύγχυσή μας -ήδη μαχόμασταν σε άγνωστο έδαφος-
και συνετέλεσαν
αποφασιστικά στην στην απώλεια του ηθικού της ομάδας μας.
Ευτυχώς δεν είχαμε ακόμα νεκρό.
Την ώρα που όσοι απο μας είχαν ιατρικές γνώσεις ή πείρα μάχης,
φροντίζαμε τις πληγές των συμπολεμιστών μας,
πρόσεξα ότι οι φωνές και οι στριγγλιές των Αμαζόνων σταμάτησαν να ακούγονται,
και αμέσως μετά το σήμα του λοχαγού επικράτησε νεκρική σχεδόν σιγή.[^]

Κάλεσα τον λοχαγό, να μου περιγράψει τα δεδομένα, και την κατάσταση μάχης.
Αυτός, όπως κι εγώ, παρατήρησε οτι αντιμετωπίζαμε μόνο γυναίκες.
Ήταν -όπως μου είπε- περίπου είκοσι με εικοσι πέντε, όλες σχεδόν με τόξα και μαχαίρια,
και μερικές -εκείνες στη βάση του ναού- με δόρατα, ασπίδες και σπαθιά.
Είχαν το πλεονέκτημα του ύψους,πολλά βέλη, κανένα τραυματία,
και άνετη κάλυψη στο περίβολο και τους χώρους του Ναού.
Ενός ναού, που δεν μπορούσα να καταλάβω σε ποιόν Θεό ή θεούς- ήταν αφιερωμένος.
Μισό πλέθρο μόνο μας χώριζε από τα τείχη του περιβόλου,
σχεδόν ένα πλέθρο από τους μπροστά και δεξιά κίονες του Ναού.

Μου έδειξε την αρχηγό τους -μια Αμαζόνα με χρυσή πλεκτή θωράκιση στο στήθος-
που καλυπτόταν κυρίως στους δεξιούς κίονες
,
και έδινε συνέχεια διαταγές
για πυκνές βολές εναντίον μας,
έτσι ώστε να μη μπορούμε ούτε να ξεμυτίσουμε.
[^]

Οκτώ άθικτοι πολεμιστές μαζί με μένα και τρείς τραυματίες,
και μιά υποχώρηση στα άλογα θα ήταν αδύνατη χωρίς να αφήσουμε τουλάχιστον πέντε νεκρούς.
Αυτή την πρόβλεψη μπορούσα να κάνω, το ίδιο πίστευε και ο Άτταλος, ο λοχαγός.
Δεν φοβόμασταν όμως μόνο εμείς μη χάσουμε τη ζωή μας, φαινόταν οτι φοβόντουσαν κι αυτές
μήπως αποφασίσουμε μες την απελπισία μας -μια ηρωική μεν, μάταιη δε-
εφόρμηση μέσα στον περίβολο και το ναό, κάτι που το είχαμε σκεφτεί σχεδόν αμέσως.
Γνωρίζαμε τις ικανότητές μας στη μάχη, γνωρίζαμε οτι όλοι μας είμασταν δυνατοί και άξιοι,
και δεν μπορούσαν πιά να μας αιφνιδιάσουν...Το μόνο όμως που θα πετυχαίναμε σκοτώνοντας λίγες απο αυτές,
ήταν ότι θα χανόμασταν όλοι, ή σχεδόν όλοι.
Και αυτό ήταν κάτι που κανείς μας δεν το επιθυμούσε.
Όχι σε μια απλή αποστολή αναγνώρισης.
Πόσο μάλλον όταν γνωρίζαμε οτι το στρατόπεδό μας δεν απείχε ούτε ογδόντα στάδια
-και τα άλογά μας ούτε διακόσια πόδια.

[^]

Την είδα ξανά να ξεπροβάλλει απο την πύλη αριστερά, πάνω από τις σκάλες
και να διατάσσει να μας κρατούν μόνιμα καθηλωμένους.
Πρώτη φορά στη ζωή μου αντιμετώπιζα τέτοιο μένος- και μάλιστα από γυναίκες.
Αντιλαμβανόμενος πως διατρέχαμε πολύ μεγάλο κίνδυνο,
ε
κείνη τη στιγμή, αποφάσισα πως έπρεπε να διαπραγματευθούμε.
[^] Στην περίπτωση που δεν δέχονταν τη διαπραγμάτευση,
ο πρωινός μου περίπατος με την ομάδα του φίλου μου Άτταλου,
φαινόταν καθαρά οτι θα κατέληγε σε τραγωδία.
Κρέμασα σε ένα κλαδί ένα κομμάτι ύφασμα, και άρχισα να το ανεμίζω.
Μετά το πρώτο κύμα βελών που κτύπησαν τον τοίχο στο σημείο που ανέμιζα
το κλαδί με το ύφασμα, η αρχηγός των Αμαζόνων διέταξε παύση.

Σε άπταιστα Παιονικά, ζήτησα από την αρχηγό των Αμαζόνων
την διακοπή των εχθροπραξιών και την έναρξη διαλόγου
ανάμεσα σε εκείνη και εμένα λέγοντάς της πως δεν είμαι ένας απλός στρατιωτικός,
αλλά σημαίνων διπλωμάτης της Μακεδονίας.
[^]
Μερικά λεπτά αργότερα, περνώντας με το ολόλευκο αλογό της
ανάμεσα από το Ναό και το ερείπιο στο οποίο καλυπτόμασταν,
εμφανίστηκε αριστερά μας σε σχετικά μικρή απόσταση,
ένα δείγμα άνεσης και κυριαρχίας, μες τη λευκή και χρυσόπλεκτη στολή της
-πλήρης οπλισμού- και με ρώτησε πως ακριβώς, και τί ήταν αυτό
-εκτός απο την παράδοσή μας- το οποίο επιθυμούσα να συζητήσουμε.

[αναλυτική περιγραφή της Αμαζόνας]

Η πρότασή μου -όπως την εξέθεσα- ήταν να συζητήσουμε την όλη κατάσταση,
με κεντρικό στόχο την αποφυγή της άσκοπης αιματοχυσίας.
Συγκεκριμένα της ζήτησα να ξεκινήσουμε τον διάλογο ανάμεσά μας,
σαν πολιτισμένοι άνθρωποι, ιππεύοντας κατα μήκος της όχθης του Εριγώνα.

Με μιά αίσθηση υπεροχής, δείχνοντας -εκτός από μίσος προς τους εισβολείς
-εμάς δηλαδή- οίκτο για την κατάσταση στην οποία είχαμε περιέλθει,
δέχτηκε την πρότασή μου για διάλογο ανάμεσά μας,
με μοναδικό όρο να μή μετακινηθούν καθόλου οι δικοί μου στρατιώτες.
Της ζήτησα να επιτρέψει σε έναν οπλίτη να φέρει νερό από το ποτάμι
για να περιποιηθούν τους τραυματίες, και με ένα νεύμα της
έδειξε πως έκανε δεκτό το αίτημά μου.

Αφού ενημέρωσε μια ξανθιά Αμαζόνα - η οποία ήταν πιθανότατα η υπαρχηγός-
μου εξήγησε πως σύμφωνα με τις οδηγίες που έδωσε,
ακόμη και η παραμικρή υποψία οποιασδήποτε μή συμφωνημένης κίνησης
απο την πλευρά μας, θα εκλαμβανόταν ως επιθετική ενέργεια,
με σαφές αποτέλεσμα την επανέναρξη της μάχης
-κάτι που δεν μας συνέφερε ούτως η άλλως.
Με φανερή αυτοπεποίθηση -δεν με φοβόταν καθόλου-
μου είπε οτι μπορούσα να κρατήσω το σπαθί, και το μαχαίρι μου.
Έτσι, χαιρέτισα τον Άτταλο που έδειξε ότι καταλάβαινε,
χωρίς ακόμη να είμαι πεπεισμένος για την ειλικρίνεια των προθέσεών της.
Σε κατάσταση συνεχούς επιφυλακής- και πιστεύοντας οτι απο στιγμή σε στιγμή
θα δεχτώ στη πλάτη χτυπήματα από βέλη, κάλυψα βιαστικά την πολύ μικρή
αλλα εξαιρετικά επικίνδυνη απόσταση που με χώριζε από τα άλογά μας.
Ένοιωσα
μεγάλη ανακούφιση, και σχετικά ασφαλής,
μόνο όταν έλυσα και ίππευσα τον Κένταυρό μου.

Κεφάλαιο Δεύτερο

Στη δροσιά του Εριγώνα

[^] [^] Το σκληρό βλέμμα της δεν μπορούσε να καλύψει την ομορφιά
του προσώπου της παρόλο που τα γεμάτα οργή κατάμαυρα μάτια της
γυάλιζαν τόσο έντονα λές και ήταν έτοιμα να με κατακεραυνώσουν.

Είμασταν ακόμα πολύ κοντά στο σημείο της συμπλοκής ,
και θεωρώντας κάθε βήμα που κάναμε απομακρυνόμενοι,
πολύτιμο για την θετική για μας εξέλιξη της κατάστασης,
προτίμησα να κερδίσω χρόνο και απόσταση απασχολώντας την
με ανούσιες φιλοφρονήσεις που γίνονται συνήθως μετά τις συστάσεις.

Φροντίζοντας να κρατώ μια απόσταση ασφαλείας
γιατί έδειχνε πως είχε επιθετικές τάσεις,
άρχισα να αναλύω έννοιες
όπως η εισβολή, και να θεωρητικολογώ ασύστολα
κάνοντας ταυτόχρονα επίδειξη των διπλωματικών μου ικανοτήτων ,
με απώτερο στόχο να εμφανίσω τη σημερινή -εντός των ορίων της χώρας της-
εξερεύνησή μας, ως μια απλή και φιλική προσέγγιση.

[^]

[^]

[^]








1 σχόλιο:

  1. Μέσα στα κατάλοιπα των χυμών, στους δοκιμασμένους κορμούς, ελλοχεύουν τα πνεύματα των δέντρων. Οι ρίζες τους αντλούν νερό από τον Εριγώνα, επιστρέφοντας το αλάτι στην αγκαλιά της γης. Την στιγμή της εξόδου θα αγκαλιαστούν χιαστί σε σχήμα μολών λαβέ, όπως ο χρησμός επιτάσει. Και ο άνεμος θα πνεύσει δυνατά από την τρίτη όχθη του ποταμού, που δεν γράφει ούτε ζωή, ούτε θάνατος, μα ατόφιο διατηρεί περίγραμμα της λύρας του Απόλλονος.
    Τότε οι Αμαζόνες θα γευτούν στο αίμα, που έχυσαν οι μύστες στο θυσιαστήριο, την τελική μορφή τους. Η ανδρεία δεν επέλεξε το μέγεθος, αλλά την κυκλική καμπή που λέγεται Ορίζων, όπου ο ουρανός ανάλαφρα τη γη αγγίζει, πάνω στους θώρακες των πληγωμένων και τη σφυγμένη θέληση της πέτρας. Κι αν έφυγε από τους τείχους του ναού, στα κράνη έμεινε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή